Όταν ένας πολεμά για μια ιδέα... αυτός πολεμά ! Όταν όλοι ενωθούν για την ανθρωπιά και το ήθος της ανθρωπιάς και της ειρήνης,
τότε ο Θεός είναι τα πόδια σας, τα χέρια σας, η καρδιά σας...η αγάπη σας.

ΜΕΤΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΟΣΥΝΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ! ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΥΠΕΡ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ !

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Αιρέσεις πρόδρομοι του Αντιχρίστου

(Αποσπάσματα)



Η φιλόκοσμος ανθρωπότης προετοιμάζεται παρά του διαβόλου να δεχθή τον αντίχριστον, δια της δημοκρατικής αναρχίας και συγχύσεως και δια της αποστασίας. …

Εκ των παλαι
οτέρων αιρέσεων, κυρίως πρόδρομος του Αντιχρίστου είναι ο Αρειανισμός. Η Αρειανή αίρεσις «πρόδρομος ελογίσθη του αντιχρίστου» (Μ. Αθανασίου, ΒΕΠΕΣ, 30,128) και «μελέτη και Παρασκευή και προοίμιον της του αντιχρίστου παρουσίας» (Γρηγορίου Νύσσης, PG.45,884). … Η αίρεσις αύτη, πολεμεί την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, λέγουσα, ότι δήθεν ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι αληθινός Θεός, αλλά «κτίσμα... εστί και ποίημα» (παρά Μ. Αθανασίω, ΒΕΠΕΣ,30,129) του Θεού. Οι Αρειανοί μάχονται κατά «της του Λόγου Θεότητος» (Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, PG.18,576) και επιχειρούν «μεταλλάξαι την πίστιν» (Γρηγορίου Νύσσης, PG.45,884), προς ίδιων αυτών όλεθρον και των ακολουθούντων αυτούς. …


Εκ των μεταγενέστερων αιρέσεων, πρόδρομος του αντιχρίστου απεκλήθη και η Μοιχειανική (Θεοδώρου Στουδίτου, PG.99,1025) αίρεσις. … Οι οπαδοί της Μοιχειανικής αιρέσεως Μοιχειανοί (Θεοδ. Στουδίτου,PG.9,1029) δεν πιστεύουν εις το αιώνιον (Ψαλμ.ΡΙΗ’89) και ακατάλυτον (Ματθ.ε’18) θείον νόμον του Ευαγγελίου και των Ι. Κανόνων (Θ. Στουδίτου, PG.99,1025), αλλά δέχονται αχρήστωσιν και τροποποίησιν αυτού, κατά καιρούς και πρόσωπα. Υποστηρίζουν όχι το αποκαλυφθέν παρά Θεού, αλλ’ ό,τι  αυτοί βούλονται. «Βούλονται δε άλλοι άλλο και άλλοτε άλλως» (Θ. Στουδίτου, αυτόθι). Τοιαύτην ελαστική συνείδησιν έχοντες, εκθέτουν ίδιον νόμον, στρεφόμενον κατά του νόμου του Θεού και είναι πρόθυμοι «οι τάλανες το βούλημα των βασιλέων προκρίνειν Θεού,οπόταν βούλοιντο» (Θ. Στουδίτου, αυτόθι). … Οι Μοιχειανοί επιχειρούν να δικαιολογήσουν την κατάλυσιν του θείου νόμου, επικαλούμενοι την εκκλησιαστικήν Οικονομίαν, αλλά ματαίως.  
Οικονομία φθείρουσα τον ημέτερον θείον νόμον, δια να προσλάβει το αλλότριον κακόν (Γρηγορίου Θεολόγου,PG.35,1124), είναι κακή οικονομία, μεταποιούσα το δωρηθέν αγαθόν θέλημα του Θεού εις πονηρόν, όπερ πλέον είναι όχι του Θεού, αλλά του δαβόλου. …

Η Μοιχειανική αίρεσις, ως προς την σημασίαν και την διάρκειαν, είναι η Δευτέρα μετά τον Αρειανισμόν μεγάλη αίρεσις. Ο Αρειανισμός προσβάλλει το δόγμα και αρνείται την θεότητα του Κυρίου. Ο Μοιχειανισμός καταλύει τας θείας εντολάς. Ο Αρειανισμός χωρίζει τον άνθρωπο από του Θεού, δια της απιστίας προς τον Χριστόν. Ο Μοιχειανισμός απομακρύνει τον άνθρωπον από την αγίαν εν Χριστό ζωήν και, δια του αμαρτωλού βίου, εξωθεί τούτον προς την απιστίαν και τον χωρισμόν από της Θεότητος, ήτις είναι η αληθινή ζωή (Ιω.ιδ’6).
Πονηρόν συνδυασμόν των δύο ανωτέρω αιρέσεων, του Αρειανισμού και του Μοιχειανισμού, αποτελεί  η αίρεσις του Παπισμού. … Ο Παπισμός δύναται να θεωρηθή πρόδρομος του αντιχρίστου, καθ’ ότι εθίζει τα έθνη να υποτάσσονται εις ένα άνθρωπον, φορέα θρησκευτικής και πολιτικής αρχής, θεωρούμενον αλάθητον και επέχοντα θέσιν άλλου θεού.  …

Πρόδρομος του αντιχρίστου δέον να λογισθή και ο Χιλιασμός. Η σύγχρονος μορφή του Χιλιασμού ανέκυψε τον παρελθόντα αιώνα (Α.Β.Αντωνοπούλου, «Εσχατολογία», Αθήναι 1966,σ.16-17), εκ του αιρετικού κόσμου του Προτεσταντισμού, όστις προήλθεν ενωρίτερον, εξ αντιδράσεως προς τον Παπισμόν. Ο Χιλιασμός αποτελεί αλλόκοτον συνονθύλευμα πασών σχεδόν των κακοδοξιών. Συν τοις άλλοις, αρνείται την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και χαρακτηρίζει την διδασκαλίαν της Εκκλησίας, περί ελεύσεως αντιχρίστου, ως παραλογισμόν (Α.Β. Αντωνοπούλου, ενθ’ανωτ,σ.123). … κατά την πλάνην των Χιλιαστών, μετά την έλευσιν του Χριστού, θα επικρατήσει επί γης χιλιετής βασιλεία, με διοικητικόν κέντρον την Ιερουσαλήμ και κυβέρνησιν, συγκροτουμένην εκ δικαίων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης (Α.Β. Αντωνοπούλου,ενθ’ανωτ.σ.145-146). …

Οι ακολουθούντες τον Χιλιασμόν πλανώνται οικτρώς, όπως επλανήθησαν παλαιότερόν τινες, οι οποίοι επίστευσαν εις ωρισμένην χρονολογίαν ελεύσεως του Κυρίου. …

Δια του Χιλιασμού, προετοιμάζεται η έλευσις του αντιχρίστου. Δι’αυτού, αποβάλλεται από τας ψυχάς η σώζουσα πίστις εις τον Θεάνθρωπον και αντ’ αυτής υπεισέρχεται η πανώλεθρος πίστις εις τον ερχόμενον ψευδόχριστον, ήγουν τον αντίχριστον, τον οποίο η αίρεσις αύτη κρύπτει υπό το όνομα του Χριστού. Διδάσκων δε ο Χιλιασμός, ότι δεν πρόκειται να έλθη ο αντίχριστος, αλλ’ αντ αυτού ο Χριστός, καθιστά τους οπαδούς του ασφαλή βοράν του ανόμου. Επί πλέον, ο Χιλιασμός στρέφει τας ελπίδας των πιστών του προς την έδραν των Ιουδαίων, την Παλαιστίνην και τρέφει ταύτας με το όνειρον μιας γήινης κοσμικής και μάλλον Εβραϊκής βασιλείας. Τοιουτοτρόπως, όχι μόνον προκαλεί την συμπάθειαν προς τους απειθούντας Ιουδαίους, αλλά εγγεννά και την εμπιστοσύνη προς αυτούς, ως μελλόντων σωτήρων της ανθρωπότητος. Εντεύθεν η στενή σχέσις Χιλιασμού και Σιωνισμού (Εφ. «Βήμα»,2-12-1973,σ.11)…

Ως τελευταία αίρεσις πρόδρομος του αντιχρίστου, πρέπει να αναφερθεί η ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ. Ο Οικουμενισμός ενεφανίσθη ως κίνησις αρχάς του τρέχοντος αιώνος μεταξύ των αιρετικών Προτεσταντών και συν τω χρόνω επεξετάθη εις άπαντα τον λεγόμενον χριστιανικόν κόσμον. Διαχωρίζεται δε εις δύο κλάδους, τον προτεσταντικόν Οικουμενισμόν και τον παπικόν Οικουμενισμόν (Α.Δ. Δελήμπαση, «Η Αίρεσις του Οικουμενισμού», Αθήναι 1972, σ.98), και έχει δύο αντιστοίχους διοικητικάς αρχάς, το λεγόμενον «Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών» (Α.Δ. Δελήμπαση, ενθ’ανωτ.σ.133 εξ) και την λεγομένην «Γραμματείαν επί της Ενότητος της Εκκλησίας» (Α.Δ.Δελήμπαση, ενθ’ανωτ.σ.156 εξ)… 
Εκ των δύο τούτων κέντρων, δρα ανά τον κόσμον, δια συνεδρίων και άλλων ενεργειών, εις τον οποίον διοχετεύει τας κακοδοξίας του, περί Χριστιανισμού, περί πίστεως, περί αγάπης και ενότητος και περί προσφοράς των «Χριστιανών» εις την σύγχρονον ανθρωπότητα.

Ο Οικουμενισμός έχει βάσιν το μη «διαφέρειν ευσέβειαν ασεβείας» (Μ.Αθανασίου,ΒΕΠΕΣ,31,285), το οποίον ο Μ. Αθανάσιος καταλογίζει εις τους σχιματικούς και αιρετικούς Μελιτιανούς της εποχής του. Σπουδάζει δε «εγκαταμίξαι το ψεύδος τη αληθεία και τη ευσεβεία την ασέβειαν» (Αλεξ. Αλεξανδρείας, PG.18,573), όπως και οι Αρειανοί. Εξισώνει τας Ορθοδόξους Εκκλησίας προς τας αιρέσεις και θεωρεί πάσας ταύτας ως αιρέσεις, τας οποίας ονομάζει εκκλησίας. Όπως ο Χιλιασμός αποτελεί συνονθύλευμα πασών των κακοδοξιών, ούτως ο Οικουμενισμός επιδιώκει να περιλάβη εν εαυτώ πάσας τας αιρέσεις και ενώση ταύτας εις μίαν αλλόκοτον πανθρησκείαν, κοσμικού χαρακτήρος και γηίνου σκοπού. Προς τούτο, παραγκωνίζει την πίστιν, ως εμπόδιον δήθεν της ενότητος των ανθρώπων, και τονίζει την κεχωρισμένην της πίστεως και εστερημένην της αληθείας αγάπην, δηλαδή όχι την χριστιανικήν, αλλά την κοσμικήν αγάπην (Α.Δ.Δελήμπαση, ενθ’ανωτ.σ.159,165). 
Η παναίρεσις του Οικουμενισμού οδηγεί τους πλανωμένους παρ’ αυτής Ορθοδόξους εκτός της Εκκλησίας και επιχειρεί να ενώση τούτους μετά των αιρετικών επί κοσμικού εδάφους. Δηλαδή εις μίαν εξωεκκλησιαστικήν και αντιεκκλησιαστικήν οργάνωσιν, φαινομενικώς μεν εν ονόματι του Ευαγγελίου, αληθώς όμως εναντίον του Χριστού, και υπέρ του κόσμου τούτου (Α.Δ.Δελήμπαση, ενθ’ανωτ. σ.168), του άρχοντος αυτού και του αντιχρίστου.

Δια του Οικουμενισμού, ο διάβολος εργάζεται εν τω κόσμω την λήθην της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τον αφανισμόν Ταύτης από των οφθαλμών των ανθρώπων. …

Ο Οικουμενισμός, «μία μασσωνική επινόησις» (παρά Σ.Σ. Μπιλάλη, «Ορθοδοξία και Παπισμός»,τομ.Β’,σ.559), δια της λήθης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προετοιμάζει την οδόν του ερχομένου αντιχρίστου, όπως ο Αρειανισμός, δια της αποβολής της πίστεως εις την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Διότι, λησμονηθείσης της Βασιλείας των Ουρανών, θα γίνη ευπρόσδεκτος η κοσμική και τυραννική βασιλεία του βδελύγματος της ερημώσεως (Δαν.ιβ’ 11). 
Επί τούτοις, ο Οικουμενισμός, κατευθύνων τους ανθρώπους προς αναζήτησιν του δήθεν γνησίου Χριστιανισμού μακράν της Ορθοδοξίας, προπαρασκευάζει τούτους να υποδεχθούν ηνωμένοι τον ερχόμενον Πλάνον.


ΠΗΓΗ: Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ, Α.Δ. ΔΕΛΗΜΠΑΣΗ, Γ’ ΕΚΔΟΣΙΣ 1990, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’, 5. ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ, σ. 52-60.